
Ανάμεσα απ’ τα φύλλα της μυρτιάς
περνούν οι φλέβες του Οκτώβρη..
Γυμνές.. στο μπλε.. σαν πεθαμένα χείλη.
Νεκρές σιωπές με δάκρυ ποτισμένες
που δεν αφήνουν καμιά ανάσα
να τις βρει..
Ανάμεσα απ του κόσμου τις βοές
περνά η σιωπή..
Φλέβα στον κόρφο γαντζωμένη.
Και γω να μένω μ’ ένα σκισμένο
εισιτήριο στην τσέπη
εκείνο που δεν πρόλαβα ποτέ μου
ν’ ακυρώσω.
Κι έτσι … με πέταξε η ζωή
περνούν οι φλέβες του Οκτώβρη..
Γυμνές.. στο μπλε.. σαν πεθαμένα χείλη.
Νεκρές σιωπές με δάκρυ ποτισμένες
που δεν αφήνουν καμιά ανάσα
να τις βρει..
Ανάμεσα απ του κόσμου τις βοές
περνά η σιωπή..
Φλέβα στον κόρφο γαντζωμένη.
Και γω να μένω μ’ ένα σκισμένο
εισιτήριο στην τσέπη
εκείνο που δεν πρόλαβα ποτέ μου
ν’ ακυρώσω.
Κι έτσι … με πέταξε η ζωή
γυμνή κι εξόριστη
σε γκρίζες λεωφόρους...
