
Πόσο φοβάμαι απόψε…
Πόσο πολύ φοβάμαι!
Τα ίδια μου τα συναισθήματα.
Εκείνα που δεν τολμούσα δυο χρόνια τώρα
να απλώσω στα βράχια της λογικής να τα στεγνώσω.
Και τα έκρυβα.
Τα έθαβα. Στο βυθό των συνειδήσεων μου.
Φοβάμαι μ’ ακούς;
Εκείνον τον άνεμο
που κάθε νύχτα ουρλιάζει έξω απ’ το παράθυρο.
Όλα εκείνα που θέλησα ν’ αποφύγω,
και τώρα με σκοτώνουν.
Εκείνα που έδιωξα. Αυτά που με έδιωξαν.
Απόψε αναρωτήθηκα αν μ’ αγαπώ ή αν με μισώ.
Τελικά νομίζω πως με μισώ.
Πως κάνω κακό στον εαυτό μου.
Όχι γιατί το θέλω, μα γιατί το επιδιώκω χωρίς
να το καταλαβαίνω.
Έτσι, μεθυσμένα. Βουβά.
Απόψε κατάφερες να ξεριζώσεις από μέσα μου
αυτόν τον φόβο που βρισκόταν σε χειμερία νάρκη
εντός μου.
Και τώρα τρομάζω. Όλο και πιο πολύ.
Διστάζω.
Δειλιάζω.
Αναρωτιέμαι…
Αν θέλω κι αύριο ν’ αναπνέω.
Θέλω;
Κι αν θέλω, μπορώ;
Κι αν μπορώ, θα βρω τη δύναμη;
Φοβάμαι.
Πονάω.
Παράγω ενοχές…
Τις καταπίνω, κι η φωνή μου σβήνει στο σκοτάδι.
Πόσο πηχτή η νύχτα απόψε…
Πόσο μόνη.
Πόσο μου τρώει τα σωθικά.
Με καίει σα λαίλαπα και με αφήνει
στάχτη…
-Στο Θοδωρή Βοριά-